διαζύγιο

Η διάλυση του γάμου με δικαστική απόφαση. Το δ. έχει δημιουργήσει αρκετά θεωρητικά και κοινωνικά ζητήματα, καθώς πάνω σε αυτό συγκρούονται δύο βασικές κοινωνικές αρχές: η ατομική ελευθερία και η σταθερότητα του θεσμού του γάμου. Το καθεστώς που ισχύει σε διάφορες χώρες όσον αφορά το δ. παρουσιάζει σημαντικές διαφορές, που οφείλονται κυρίως στα κυρίαρχα θρησκευτικά πιστεύω, σε συνδυασμό με τον νομικό πολιτισμό κάθε χώρας. Έτσι, η Καθολική Εκκλησία πρεσβεύει το αδιάλυτο του γάμου και απαγορεύει γενικά το δ., ενώ η Ορθόδοξη επιτρέπει τη λύση του γάμου δύο φορές. Εξάλλου, σε χώρες που είναι κυρίαρχο το ισλαμικό δίκαιο ισχύει το μονομερές δ., δηλαδή το δ. που ζητάει ο άντρας, ενώ για τη γυναίκα απαγορεύεται ή επιτρέπεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Ωστόσο, το καθεστώς αυτό, τουλάχιστον όσον αφορά τις δυτικές χώρες, τείνει προς φιλελευθεροποίηση, παραχωρώντας τη θέση του σε πολιτικές θεωρίες που υποστηρίζουν την άποψη ότι ο γάμος συνιστά συμβόλαιο μεταξύ των πολιτών και αναγνωρίζουν το δικαίωμα διάλυσής του, εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η αλλαγή που επέφερε το δημοψήφισμα της δεκαετίας του 1990 στην Ιρλανδία, χώρα όπου η καθολική θρησκεία είναι κυρίαρχη. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, επιτρέπεται στα ζευγάρια να διαλύσουν τον γάμο τους και να ξαναπαντρευτούν. Στην Ελλάδα, όπως και στις περισσότερες χώρες, το δ. παρέχεται μόνο για ορισμένους λόγους, με δικαστική απόφαση που διαπιστώνει τους λόγους αυτούς και αποτελεί το μέσο για την τελική λύση του γάμου από τα αρμόδια εκκλησιαστικά ή διοικητικά όργανα. Το δ. μπορεί να είναι συναινετικό, όταν οι σύζυγοι συμφωνούν και το ζητούν με κοινή τους αίτηση, ή να βασίζεται σε ισχυρό κλονισμό του γάμου. Σημαντικές αιτίες δ., με βάση τις οποίες τεκμαίρεται ο κλονισμός του γάμου, είναι η μοιχεία, η διγαμία, η επιβουλή της ζωής (αν ο ένας σύζυγος θέλησε να αφαιρέσει ή να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του άλλου), η κακόβουλη εγκατάλειψη (εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας με σκοπό την απαλλαγή από τις συζυγικές υποχρεώσεις), η αφάνεια (να έχει κηρυχθεί σε αφάνεια με δικαστική απόφαση) καθώς και η διάσταση των συζύγων για διάστημα τουλάχιστον τεσσάρων ετών. Εκτός από τη λύση του γάμου και τη νομική αποδέσμευση των συζύγων, το δ. επιφέρει και άλλες συνέπειες, οι σπουδαιότερες από τις οποίες αναφέρονται στις σχέσεις των συζύγων με τα παιδιά. Στις περιπτώσεις δ. η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να την αναθέσει στον έναν από τους γονείς ή, αν αυτοί συμφωνούν, στους δύο από κοινού. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον.Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Ποσοστό διαζυγίων:Α) με βάση ληξιαρχικά στοιχεία, Β) υπολογισμός ψυχολογικών διαζυγίων (κατά τις έρευνες των Henry & Clerc).
* * *
το (Α διαζύγιον) [διαζευγνύω]
1. η διάλυση γάμου ζώντων τών συζύγων
2. επίσημο όργανο διάλυσης γάμου
αρχ.
φρ. «διαζύγιον δίδωμί τινι» — απορρίπτω, αποβάλλω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διαζύγιο — το 1. η διάλυση του γάμου. 2. το δικαστικό έγγραφο που επικυρώνει τη λύση του γάμου: Έχει αποφασίσει να πάρει διαζύγιο μετά δέκα χρόνια γάμου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαζύγιο — [диазигио] ουσ. о. развод …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γάμος — Θεσμός που αποβλέπει στη ρύθμιση των σχέσεων των δύο φύλων στα πλαίσια μιας κοινής συμβίωσης και στον καθορισμό της νομικο κοινωνικής θέσης των παιδιών που θα γεννηθούν με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των γεννητόρων (υπηκοότητα, εθνικότητα,… …   Dictionary of Greek

  • άφεση — Το να αφήνει κανείς κάτι ελεύθερο. Επομένως ά. μπορεί να χαρακτηριστεί και η εκτίναξη, η εκκίνηση, η απαλλαγή και η συγχώρηση. Στους αρχαίους Έλληνες ά. έλεγαν το διαζύγιο, τον χωρισμό. Στη στρατιωτική ορολογία ά. είναι η απομάκρυνση από τη… …   Dictionary of Greek

  • διάσταση — Όρος που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει το μέγεθος, αναφορικά με το ύψος, το πλάτος και το μήκος. Επειδή η έννοια της δ. εμφανίζεται απλή και αυτονόητη, έως το 1910 δεν είχε δοθεί ένας αυστηρός ορισμός. Η εμπειρική προσέγγιση υπαγορεύει ότι… …   Dictionary of Greek

  • επούδιον — τὸ, Μ το διαζύγιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. repudium «διαζύγιο»] …   Dictionary of Greek

  • ρεπουδιατεύω — Α παίρνω διαζύγιο, χωρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. repudio «παίρνω διαζύγιο» (πρβλ. repudiator, repudiatio)] …   Dictionary of Greek

  • χωρίζω — ΝΜΑ 1. θέτω χωριστά, απομακρύνω κάποιον ή κάτι από άλλους ή άλλα (α. «χώρισα τα παιδιά για να μην τσακώνονται» β. «χωρίζουσι δ ἀλλήλων λόγους», Ευρ.) 2. διασπώ κάτι το ενιαίο, διαιρώ (α. «δεν μπορείς να χωρίσεις το σώμα από την ψυχή» β. «χώρισε… …   Dictionary of Greek

  • Γόρτυς — Ονομασία δύο αρχαίων ελληνικών πόλεων. 1. Πόλη της Αρκαδίας χτισμένη στις όχθες του ποταμού Γορτυνίου. Αναφέρεται επίσης με την ονομασία Γόρτυνα. Από τα ευρήματα των ανασκαφών, που ξεκίνησαν το 1941 Γάλλοι αρχαιολόγοι, φαίνεται ότι η πόλη ή… …   Dictionary of Greek

  • Ελισάβετ — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αγία από τη φυλή του Λευί, μητέρα του αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Ήταν συγγενής της Θεοτόκου και σύζυγος του ιερέα Ζαχαρία. Σύμφωνα με την παράδοση, αν και η Ε. δεν μπορούσε να τεκνοποιήσει και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.